διαψιθυρίζω

διαψῐθῠρίζω,
A whisper,

πρὸς τὸ οὖς προσπίπτων δ. Thphr.Char.2.10

.
II whisper among themselves, LXXSi.12.18, Plb.15.26.8, Luc. Gall.25.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διαψιθυρίζω — whisper pres subj act 1st sg διαψιθυρίζω whisper pres ind act 1st sg διαψιθυρίζω whisper pres subj act 1st sg διαψιθυρίζω whisper pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαψιθυρίζω — (Α) 1. μιλώ ψιθυριστά 2. ψιθυρίζω αμοιβαία …   Dictionary of Greek

  • διαψιθυρίσει — διαψιθυρίζω whisper aor subj act 3rd sg (epic) διαψιθυρίζω whisper fut ind mid 2nd sg διαψιθυρίζω whisper fut ind act 3rd sg διαψιθυρίζω whisper aor subj act 3rd sg (epic) διαψιθυρίζω whisper fut ind mid 2nd sg διαψιθυρίζω whisper fut ind act 3rd …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαψιθυριζόντων — διαψιθυρίζω whisper pres part act masc/neut gen pl διαψιθυρίζω whisper pres imperat act 3rd pl διαψιθυρίζω whisper pres part act masc/neut gen pl διαψιθυρίζω whisper pres imperat act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαψιθυρισθέντα — διαψιθυρίζω whisper aor part pass neut nom/voc/acc pl διαψιθυρίζω whisper aor part pass masc acc sg διαψιθυρίζω whisper aor part pass neut nom/voc/acc pl διαψιθυρίζω whisper aor part pass masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαψιθυρίζει — διαψιθυρίζω whisper pres ind mp 2nd sg διαψιθυρίζω whisper pres ind act 3rd sg διαψιθυρίζω whisper pres ind mp 2nd sg διαψιθυρίζω whisper pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαψιθυρίζοντα — διαψιθυρίζω whisper pres part act neut nom/voc/acc pl διαψιθυρίζω whisper pres part act masc acc sg διαψιθυρίζω whisper pres part act neut nom/voc/acc pl διαψιθυρίζω whisper pres part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαψιθυρίσαι — διαψιθυρίζω whisper aor inf act διαψιθυρίσαῑ , διαψιθυρίζω whisper aor opt act 3rd sg διαψιθυρίζω whisper aor inf act διαψιθυρίσαῑ , διαψιθυρίζω whisper aor opt act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαψιθυριζόμενα — διαψιθυρίζω whisper pres part mp neut nom/voc/acc pl διαψιθυρίζω whisper pres part mp neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαψιθυρισθέν — διαψιθυρίζω whisper aor part pass neut nom/voc/acc sg διαψιθυρίζω whisper aor part pass neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαψιθυρίζειν — διαψιθυρίζω whisper pres inf act (attic epic) διαψιθυρίζω whisper pres inf act (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.